menu Μενού
Αθανασία: Το τέλος της εργασίας, ή η αρχή της ανθρωπότητας;
Δημοσιευμένο στο Φιλοσοφία
Αθεϊσμός: Συμβολή στην ανθρώπινη πρόοδο Προηγούμενη Νέα φιλοσοφία ζωής Επόμενη

Αθανασία: Το τέλος της εργασίας, ή η αρχή της ανθρωπότητας;

Ακούστε την περίληψη του περιεχομένου


Φανταστείτε να ξυπνήσετε αύριο σε έναν κόσμο όπου η επιστήμη έχει νικήσει τη γήρανση. Είστε βιολογικά νέοι, υγιείς και έχετε μπροστά σας έναν απεριόριστο χρονικό ορίζοντα. Η αρχαία αναζήτηση για το ελιξίριο της ζωής, από την εποποιία του Γκιλγκαμές μέχρι τους αλχημιστές, έχει επιτέλους τελεσφορήσει, όχι μέσω μαγείας, αλλά μέσω της ψυχρής λογικής της βιοτεχνολογίας και της νανοϊατρικής. Την ίδια στιγμή, όμως, καθώς η ευφορία της αιώνιας νιότης καταλαγιάζει, συνειδητοποιείτε μια ανησυχητική αλήθεια: ο κόσμος δεν σας χρειάζεται πλέον. Οι ίδιες τεχνολογίες που σας χάρισαν την αθανασία —η τεχνητή νοημοσύνη, η προηγμένη ρομποτική, ο καθολικός αυτοματισμός— έχουν καταστήσει την εργασία σας, τις δεξιότητές σας, την ίδια την παραγωγική σας ύπαρξη, περιττή.  

Αυτό είναι το κεντρικό, υπαρξιακό δίλημμα της εποχής που ανατέλλει. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από το αρχικό μας ερώτημα, αν δηλαδή η αθανασία συνεπάγεται την αιώνια εργασία. Το παράδοξο έχει μετατοπιστεί και έχει γίνει πιο οξύ, πιο προσωπικό: τι νόημα έχει μια αθανασία που συνοδεύεται από την αχρηστία; Τι κάνετε με μια αιωνιότητα ελεύθερου χρόνου σε έναν κόσμο που δεν έχει τίποτα να σας ζητήσει; Η τεχνολογία μας προσφέρει ταυτόχρονα το μεγαλύτερο δώρο και την πιο βαθιά πρόκληση. Μας απελευθερώνει από τη βιολογική φθορά, μόνο και μόνο για να μας φέρει αντιμέτωπους με την πιθανότητα μιας κοινωνικής και υπαρξιακής ασημαντότητας. Αυτό το άρθρο θα πλοηγηθεί στα ταραγμένα νερά αυτής της διπλής επαγγελίας, διερευνώντας όχι μόνο το μέλλον της εργασίας, αλλά και το μέλλον του ίδιου του νοήματος σε έναν κόσμο που αλλάζει ριζικά.  

Πριν βυθιστούμε στις κοινωνικές και υπαρξιακές συνέπειες, είναι επιτακτική η ανάγκη να αποσαφηνίσουμε την ορολογία μας. Η λέξη «αθανασία» (immortalité), φορτισμένη με χιλιετίες μυθολογικών και θρησκευτικών συνδηλώσεων, μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική. Στη λαϊκή συνείδηση, η αθανασία υποδηλώνει την απόλυτη αδυναμία θανάτου, ένα χαρακτηριστικό που αποδίδεται σε θεότητες ή μυθικά πλάσματα. Ωστόσο, η επιστημονική πραγματικότητα προς την οποία οδεύουμε περιγράφεται με μεγαλύτερη ακρίβεια από έναν νεότερο και λιγότερο διαδεδομένο όρο: amortalité ή μη-θνησιμότητα.

Η amortalité δεν σημαίνει ότι ο θάνατος είναι αδύνατος, αλλά ότι δεν είναι πλέον αναπόφευκτος. Περιγράφει μια κατάσταση όπου ο οργανισμός δεν υπόκειται στη διαδικασία της γήρανσης και μπορεί να αντιμετωπίσει τις περισσότερες ασθένειες και τραυματισμούς. Ο θάνατος παραμένει μια πιθανότητα —από ένα καταστροφικό ατύχημα, μια ανθρωποκτονία ή ένα κοσμικό γεγονός όπως η έκρηξη του ήλιου— αλλά παύει να είναι μια προγραμματισμένη βιολογική κατάληξη. Αυτή η διάκριση είναι κάτι περισσότερο από μια απλή σημασιολογική λεπτολογία· σηματοδοτεί μια βαθιά φιλοσοφική μετατόπιση.

Η συζήτηση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του Μετανθρωπισμού (Transhumanism), ενός φιλοσοφικού κινήματος που υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία για να υπερβεί τους θεμελιώδεις περιορισμούς της, όπως η γήρανση, η ασθένεια και ο θάνατος. Στοχαστές όπως ο Nick Bostrom υποστηρίζουν ότι η ίδια η «ανθρώπινη συνθήκη» δεν είναι μια σταθερά, αλλά ένα μεταβατικό στάδιο προς μια «μετα-ανθρώπινη» (posthuman) ύπαρξη. Υπό αυτό το πρίσμα, η υπέρβαση της γήρανσης δεν αποτελεί απλώς μια παράταση της ζωής, αλλά το πρώτο, κρίσιμο βήμα προς έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.  

Η μετάβαση από την έννοια της immortalité – αθανασίας σε αυτήν της amortalité – μη-θνησιμότητας αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από μια μεταφυσική, θρησκευτική κοσμοθεωρία σε μια αμιγώς υλιστική και τεχνολογικά διαμεσολαβημένη κατανόηση της ύπαρξης. Η παραδοσιακή «αθανασία» συνδέεται άρρηκτα με την πίστη σε ψυχές, θεούς, θεό έναν και μοναδικό και μια υπερφυσική τάξη πραγμάτων, δηλαδή με αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν υπερφυσικισμό (supernaturalism). Αντίθετα, η amortalité ή μη-θνησιμότητα είναι ένα βιολογικό, μηχανιστικό αποτέλεσμα της επιστήμης, ένα προϊόν της ανθρώπινης ευφυΐας και παρέμβασης στον φυσικό κόσμο. Επομένως, η υιοθέτηση του όρου amortalité δεν είναι απλώς μια πράξη τεχνικής ακρίβειας· είναι μια φιλοσοφική δήλωση. Απορρίπτει την ανάγκη για υπερφυσικές εξηγήσεις και ευθυγραμμίζεται πλήρως με μια αθεϊστική-ανθρωπιστική προσέγγιση. Η επιλογή της λέξης γίνεται η πρώτη πράξη «απομάγευσης» (disenchantment) του θέματος, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια αυστηρά νατουραλιστική ανάλυση των συνεπειών που έπονται. 

Πριν εξετάσουμε το τέλος της εργασίας, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι είναι η εργασία και γιατί κατέχει τόσο κεντρική θέση στη σύγχρονη ζωή. Η κυρίαρχη ιδεολογία, ειδικά στις δυτικές κοινωνίες, προβάλλει την εργασία ως μια φυσική, αναπόφευκτη και ηθικά ενάρετη δραστηριότητα. Πολιτικοί εξυμνούν τις «σκληρά εργαζόμενες οικογένειες», η κουλτούρα των επιχειρήσεων εξιδανικεύει τα εξαντλητικά ωράρια, και η ίδια η αυτοεκτίμησή μας είναι συχνά άρρηκτα συνδεδεμένη με την επαγγελματική μας ταυτότητα. Ωστόσο, μια κριτική ιστορική και φιλοσοφική ματιά αποκαλύπτει ότι αυτή η λατρεία της εργασίας (work ideology) δεν είναι ούτε φυσική ούτε αιώνια, αλλά μια σχετικά πρόσφατη κοινωνική κατασκευή. 

Ιστορικοί όπως ο Benjamin Hunnicutt εντοπίζουν τις ρίζες της σύγχρονης εργασιακής ηθικής σε δύο βασικές πηγές: τον Προτεσταντισμό του 16ου αιώνα, που είδε την επίπονη εργασία ως έναν δρόμο προς τη θεία χάρη, και τον βιομηχανικό καπιταλισμό του 19ου αιώνα, που χρειαζόταν πειθαρχημένους εργάτες για τα εργοστάσια του. Αυτή η ιστορική προοπτική υπονομεύει την κοινοτοπία ότι «ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να δουλεύει». Αντιθέτως, αποδεικνύει ότι η αντίληψή μας για την εργασία έχει διαμορφωθεί από συγκεκριμένες οικονομικές και ιδεολογικές συνθήκες.  

Η φιλοσοφική κριτική πηγαίνει ακόμα βαθύτερα, αποκαλύπτοντας το υπαρξιακό κενό που συχνά κρύβεται πίσω από τη φρενήρη δραστηριότητα της σύγχρονης εργασίας. Ο Karl Marx, ήδη από τον 19ο αιώνα, διέγνωσε το φαινόμενο της αλλοτρίωσης (alienation) ως το κεντρικό πρόβλημα της εργασίας υπό τον καπιταλισμό. Σύμφωνα με τον Marx, ο εργαζόμενος αλλοτριώνεται από τέσσερις απόψεις: από το προϊόν που παράγει (το οποίο δεν του ανήκει), από την ίδια την πράξη της εργασίας (η οποία είναι καταναγκαστική και όχι δημιουργική), από την ανθρώπινη φύση του (την ικανότητά του για ελεύθερη, συνειδητή δραστηριότητα), και τέλος, από τους συνανθρώπους του (με τους οποίους οι σχέσεις του διαμεσολαβούνται από την αγορά). Αυτή η ανάλυση παραμένει εκπληκτικά επίκαιρη, καθώς πολλοί σύγχρονοι εργαζόμενοι βιώνουν τη δουλειά τους ως «ανούσια» (pointless) και «άψυχη» (soulless), μια δραστηριότητα που δεν προσφέρει καμία αίσθηση δημιουργικότητας ή κοινωνικής χρησιμότητας.    

Έναν αιώνα αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος Guy Debord, στο έργο του “Η κοινωνία του θεάματος“, επέκτεινε αυτή την κριτική. Για τον Debord, η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, κυριαρχούμενη από την παραγωγή και την κατανάλωση εμπορευμάτων, μετατρέπει την αυθεντική, βιωμένη εμπειρία σε μια απλή αναπαράσταση. Η ζωή εκφυλίζεται από το «είναι» (being), στο «έχειν» (having), και τελικά στο απλό «φαίνεσθαι» (appearing). Σε αυτή την κοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι πλέον άμεσες, αλλά διαμεσολαβούνται από εικόνες και εμπορεύματα. Η εργασία και η κατανάλωση γίνονται οι δίδυμοι μηχανισμοί αυτής της αποξένωσης, όπου ο χρόνος μας πωλείται για χρήματα, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιούμε για να αγοράσουμε τα σύμβολα μιας ζωής που δεν έχουμε τον χρόνο να ζήσουμε πραγματικά.  

Αυτή η φιλοσοφική αποδόμηση μας οδηγεί σε μια κρίσιμη αναπλαισίωση του προβλήματος. Η επερχόμενη «κρίση της εργασίας» λόγω του αυτοματισμού δεν είναι η αιτία της υπαρξιακής μας δυσφορίας. Αντιθέτως, είναι ο καταλύτης που αποκαλύπτει μια ήδη υπάρχουσα, βαθιά ριζωμένη φιλοσοφική και ψυχολογική κρίση. Η τεχνολογία απλώς αφαιρεί το τελευταίο πρόσχημα —την οικονομική αναγκαιότητα— από ένα σύστημα που είναι ήδη, για πολλούς, κενό νοήματος. Αυτό επιβεβαιώνεται από πολυάριθμες μελέτες, ειδικά στη Γαλλία μετά την πανδημία, που καταγράφουν μια εκτεταμένη «κρίση νοήματος» (crise de sens) στον χώρο εργασίας. Οι άνθρωποι δεν περιμένουν τα ρομπότ για να αμφισβητήσουν την αξία της δουλειάς τους· το κάνουν ήδη. Επομένως, ο αυτοματισμός δεν δημιουργεί μια νέα κρίση. Απλώς καθιστά αδύνατο να συνεχίσουμε να αγνοούμε την παλιά. Αυτή η μετατόπιση της οπτικής είναι θεμελιώδης, καθώς μεταφέρει την ευθύνη από την απρόσωπη «τεχνολογία» στις συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές δομές που έχουμε δημιουργήσει και που τώρα καλούμαστε να υπερβούμε.  

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι διάσπαρτη από τεχνολογικές επαναστάσεις που μεταμόρφωσαν την εργασία. Από τη γεωργική επανάσταση μέχρι τη βιομηχανική, κάθε νέο κύμα καινοτομίας κατέστρεφε παλιά επαγγέλματα και δημιουργούσε νέα. Πολλοί οικονομολόγοι, επικαλούμενοι αυτή την ιστορική κανονικότητα, υποστηρίζουν ότι οι φόβοι για μαζική τεχνολογική ανεργία είναι υπερβολικοί, απορρίπτοντάς τους ως μια εκδοχή της «πλάνης της σταθερής ποσότητας εργασίας» (Lump of Labour Fallacy). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, αν και η αυτοματοποίηση θα εκτοπίσει εργαζόμενους, θα δημιουργήσει ταυτόχρονα νέες ανάγκες και νέες θέσεις εργασίας σε τομείς που σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε.  

Ωστόσο, υπάρχουν ισχυροί λόγοι να πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά η επανάσταση είναι διαφορετική. Η διαφορά δεν έγκειται στην ταχύτητα ή την κλίμακα της αλλαγής, αλλά στη φύση της ίδιας της τεχνολογίας. Οι προηγούμενες επαναστάσεις αυτοματοποίησαν κυρίως τη χειρωνακτική εργασία, αντικαθιστώντας τη μυϊκή δύναμη των ανθρώπων και των ζώων. Η τρέχουσα επανάσταση, που καθοδηγείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), αυτοματοποιεί τη γνωστική εργασία. Η AI δεν είναι απλώς ένα πιο εξελιγμένο εργαλείο που κάνει τον εργαζόμενο πιο παραγωγικό· σε πολλές περιπτώσεις, είναι ένας αυτόνομος παράγοντας που τον αντικαθιστά πλήρως. Ένας αλγόριθμος μηχανικής μάθησης μπορεί να αναλύσει ιατρικές εικόνες με μεγαλύτερη ακρίβεια από έναν ακτινολόγο, ένα γλωσσικό μοντέλο μπορεί να συντάξει νομικά έγγραφα, και ένας προγραμματιστής AI μπορεί να δημιουργήσει κώδικα που αντικαθιστά το έργο χιλιάδων άλλων προγραμματιστών.  

Αυτό ακριβώς υπονομεύει το επιχείρημα της «πλάνης της σταθερής ποσότητας εργασίας». Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν θα δημιουργηθούν νέες δουλειές. Αναμφίβολα θα δημιουργηθούν, σε τομείς όπως η διαχείριση συστημάτων AI, η ηθική των αλγορίθμων ή ο σχεδιασμός εικονικών εμπειριών. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι αυτές οι νέες δουλειές, που απαιτούν υψηλή γνωστική ικανότητα, μπορούν και αυτές να αυτοματοποιηθούν με ταχύτητα από την ίδια την τεχνολογία που τις δημιούργησε. Η AI έχει την ικανότητα να μαθαίνει και να βελτιώνεται εκθετικά. Μια δουλειά που σήμερα απαιτεί έναν άνθρωπο, αύριο μπορεί να εκτελείται από μια πιο προηγμένη εκδοχή του ίδιου του λογισμικού. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια διαδικασία όπου η τεχνολογία δεν δημιουργεί απλώς νέα σκαλοπάτια στην επαγγελματική κλίμακα, αλλά αφαιρεί την ίδια την κλίμακα.  

Δεδομένα από τη Γαλλία και άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες επιβεβαιώνουν αυτή τη μεταμόρφωση. Ενώ ορισμένες μελέτες, όπως αυτές της France Stratégie, καθησυχάζουν ότι μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό θέσεων εργασίας (περίπου 15%) αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο πλήρους αυτοματοποίησης, τονίζουν ταυτόχρονα ότι σχεδόν όλα τα επαγγέλματα υφίστανται μια βαθιά μεταμόρφωση του περιεχομένου τους. Οι επαναλαμβανόμενες, προβλέψιμες εργασίες μειώνονται, ενώ αυξάνεται η ζήτηση για «κοινωνικές δεξιότητες» —ενσυναίσθηση, επικοινωνία, συνεργασία— τομείς όπου οι άνθρωποι διατηρούν (προς το παρόν) ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, αυτή η μετάβαση οδηγεί συχνά σε εντατικοποίηση της εργασίας και σε μια συνεχή πίεση για προσαρμογή και επανεκπαίδευση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον διαρκούς ανασφάλειας. Δεν οδεύουμε απλώς προς έναν κόσμο με λιγότερη εργασία, αλλά προς έναν κόσμο όπου η ίδια η φύση και η αξία της ανθρώπινης συμβολής επαναπροσδιορίζονται ριζικά.  

Η σταδιακή απαξίωση της ανθρώπινης εργασίας δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα· είναι, πρωτίστως, μια βαθιά ψυχολογική και φιλοσοφική πρόκληση. Για αιώνες, και ειδικά στη σύγχρονη εποχή, η εργασία έχει λειτουργήσει ως το κύριο πλαίσιο οργάνωσης της ζωής μας. Παρέχει όχι μόνο εισόδημα, αλλά και μια δομή στον χρόνο, κοινωνικές σχέσεις, μια αίσθηση σκοπού και, κυρίως, μια ταυτότητα. Η απάντηση στην ερώτηση «Ποιος είσαι;» είναι, για τους περισσότερους, άρρηκτα συνδεδεμένη με την απάντηση στην ερώτηση «Τι δουλειά κάνεις;». Η απειλή της τεχνολογικής ανεργίας, επομένως, δεν είναι απλώς η απειλή της φτώχειας, αλλά η απειλή της ασημαντότητας — ένα υπαρξιακό κενό.  

Η ψυχολογία της αχρηστίας είναι ένα ισχυρό και διαβρωτικό φαινόμενο. Έρευνες δείχνουν ότι η ανασφάλεια για την εργασία (job insecurity) και ο φόβος της αυτοματοποίησης προκαλούν σημαντικό άγχος, στρες και ψυχολογική δυσφορία, πολύ πριν η απώλεια της εργασίας γίνει πραγματικότητα. Όταν η εργασία, ως κεντρικός πυλώνας της αυτοεκτίμησης, καταρρέει, οι άνθρωποι μπορεί να βιώσουν μια βαθιά κρίση ταυτότητας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στον κίνδυνο της Μεγάλης Ανίας, μιας κοινωνίας που βυθίζεται στην απάθεια, την παθητικότητα και την απελπισία. Όπως προειδοποίησε ο Γάλλος φιλόσοφος Blaise Pascal τον 17ο αιώνα, «Όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας πηγάζουν από την ανικανότητα του ανθρώπου να καθίσει ήσυχος σε ένα δωμάτιο μόνος του». Χωρίς την εξωτερική πειθαρχία της εργασίας, πολλοί μπορεί να αναζητήσουν διέξοδο στην επιθυμία φυγής, υπέρβασης από την πραγματικότητα (escapism), μια λαχτάρα για φυγή από το υπαρκτό: εθιστικές εικονικές πραγματικότητες, φαρμακολογικές απολαύσεις ή ατέρμονη, παθητική κατανάλωση ψυχαγωγίας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η απελευθέρωση από την εργασία δεν οδηγεί στην άνθηση, αλλά σε μια επιχρυσωμένη δυστοπία.  

 Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το υπαρξιακό κενό; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στη φιλοσοφία, η οποία εδώ και χιλιετίες διερευνά το ερώτημα του νοήματος της ζωής πέρα από την απλή επιβίωση. Αρκετές φιλοσοφικές παραδόσεις προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για τον επαναπροσδιορισμό ενός «ευδαίμονα βίου» σε μια μετα-εργασιακή εποχή:

Η αριστοτελική ευδαιμονία: Για τον Αριστοτέλη, ο απώτερος σκοπός της ανθρώπινης ζωής δεν είναι η ηδονή ή ο πλούτος, αλλά η ευδαιμονία. Ο όρος αυτός συχνά μεταφράζεται λανθασμένα ως «ευτυχία», αλλά η πραγματική του σημασία είναι πιο κοντά στην «ανθρώπινη άνθηση» (human flourishing). Η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσω της άσκησης των αρετών και της πλήρους πραγμάτωσης του ορθολογικού και δημιουργικού δυναμικού μας. Σε έναν κόσμο χωρίς την ανάγκη για εργασία, η επιδίωξη της ευδαιμονίας θα μπορούσε να γίνει ο κεντρικός οργανωτικός άξονας της ζωής: η καλλιέργεια της γνώσης, η δημιουργία τέχνης, η συμμετοχή στα κοινά και η ανάπτυξη ενάρετων σχέσεων.  

Η λογοθεραπεία του Viktor Frankl: Ο ψυχίατρος και επιζών του ολοκαυτώματος, Viktor Frankl, υποστήριξε ότι η πρωταρχική κινητήριος δύναμη του ανθρώπου είναι η αναζήτηση νοήματος. Σύμφωνα με τον Frankl, το νόημα δεν ανακαλύπτεται κοιτάζοντας προς τα μέσα, σε μια πράξη εσωστρεφούς αυτοπραγμάτωσης, αλλά κοιτάζοντας προς τα έξω. Το βρίσκουμε με τρεις τρόπους: (α) δημιουργώντας ένα έργο ή κάνοντας μια πράξη, (β) βιώνοντας κάτι ή συναντώντας κάποιον (μέσω της αγάπης), και (γ) μέσω της στάσης που επιλέγουμε να κρατήσουμε απέναντι στον αναπόφευκτο πόνο. Η φιλοσοφία του Frankl μας διδάσκει ότι ακόμα και σε έναν κόσμο αφθονίας, το νόημα θα προκύπτει από την υπερβατική μας δέσμευση σε σκοπούς μεγαλύτερους από τον εαυτό μας.  

Υποκειμενικές vs. Αντικειμενικές θεωρίες νοήματος: Η σύγχρονη φιλοσοφία διακρίνει δύο κύριες προσεγγίσεις στο νόημα της ζωής. Ο υποκειμενισμός υποστηρίζει ότι το νόημα είναι κάτι που δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, βασισμένο στις προσωπικές μας επιθυμίες, αξίες και δεσμεύσεις. Σε μια μετα-εργασιακή κοινωνία, αυτό θα σήμαινε απόλυτη ελευθερία για κάθε άτομο να ορίσει το δικό του νόημα, είτε αυτό είναι η μελέτη των αστρικών νεφελωμάτων, η τελειοποίηση μιας συνταγής, είτε η ανατροφή των παιδιών. Από την άλλη πλευρά, ο αντικειμενισμός υποστηρίζει ότι το νόημα είναι κάτι που ανακαλύπτουμε σε δραστηριότητες που έχουν αντικειμενική, εγγενή αξία, ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις μας. Τέτοιες δραστηριότητες περιλαμβάνουν την επιδίωξη της αλήθειας (επιστήμη, φιλοσοφία), της ομορφιάς (τέχνη) και του καλού (ηθική δράση). Μια κοινωνία βασισμένη σε αυτή την αρχή θα μπορούσε να ενθαρρύνει συλλογικά την ενασχόληση των πολιτών με αυτούς τους τομείς.

Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να βρούμε απλώς «κάτι να κάνουμε» όταν η εργασία εκλείψει. Είναι να μεταβούμε συνειδητά από μια ζωή που ορίζεται από την εξωτερική ανάγκη σε μια ζωή που ορίζεται από την εσωτερική επιλογή και την επιδίωξη της άνθησης.

Η μετάβαση σε μια μετα-εργασιακή νοοτροπία δεν χρειάζεται να περιμένει την πλήρη αυτοματοποίηση της οικονομίας. Μπορεί να ξεκινήσει σήμερα, ως μια συνειδητή πρακτική αποσύνδεσης της ταυτότητάς μας από την επαγγελματική μας ιδιότητα και επανασύνδεσης με βαθύτερες πηγές νοήματος. Αυτό το κεφάλαιο Εδώ προσφέρονται πρακτικές στρατηγικές και ένα εργαλείο αυτο-στοχασμού για να ξεκινήσει κανείς αυτό το ταξίδι.

Πρακτική συμβουλή 1: Η τέχνη της «μικρο-συνταξιοδότησης» σήμερα

Η ιδέα δεν είναι να περιμένουμε την ηλικία των 67, αλλά να ενσωματώνουμε περιόδους «συνταξιοδότησης» —δηλαδή, περιόδους ελεύθερες από την πίεση της παραγωγικότητας— στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή ενός Σαββατοκύριακου χωρίς οθόνες, μιας εβδομάδας αφιερωμένης σε ένα ξεχασμένο χόμπι, ή ακόμα και λίγων ωρών κάθε μέρα για ανεμπόδιστο στοχασμό. Ξεκινήστε με μια απλή άσκηση αυτοπαρατήρησης: Όταν συναντάτε κάποιον για πρώτη φορά, πώς συστήνεστε; Με το όνομά σας ή με το επάγγελμά σας; Η απάντηση αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχουμε εσωτερικεύσει την εξίσωση «Εγώ = Η δουλειά μου». Προσπαθήστε συνειδητά να απαντάτε με κάτι που σας ορίζει πέρα από την εργασία: «Είμαι κάποιος που αγαπά την πεζοπορία» ή «Είμαι κάποιος που μαθαίνει να παίζει κιθάρα».

Πρακτική συμβουλή 2: Καλλιέργεια «αυτοτελών» δραστηριοτήτων

Μια «αυτοτελής» δραστηριότητα (autotelic activity) είναι αυτή που επιτελείται όχι για κάποιο μελλοντικό όφελος (χρήματα, φήμη, προαγωγή), αλλά για την ίδια την απόλαυση της εκτέλεσής της. Είναι δραστηριότητες που μας απορροφούν πλήρως, όπου η αίσθηση του χρόνου χάνεται. Αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε: η κηπουρική, η ζωγραφική, η επίλυση ενός μαθηματικού προβλήματος, ο εθελοντισμός, η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας απλώς και μόνο για τη χαρά της μάθησης. Αφιερώστε χρόνο για να εξερευνήσετε και να ανακαλύψετε ποιες δραστηριότητες είναι αυτοτελείς για εσάς. Αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν το θεμέλιο μιας ζωής πλούσιας σε νόημα, ανεξάρτητα από την επαγγελματική κατάσταση.

Πρακτική συμβουλή 3: Οικοδόμηση «κοινοτικού κεφαλαίου»

Σε έναν κόσμο όπου η εργασία κυριαρχεί, οι κοινωνικές μας σχέσεις συχνά φιλτράρονται μέσα από το πρίσμα της χρησιμότητας («επαγγελματική δικτύωση»). Η συνειδητή οικοδόμηση «κοινοτικού κεφαλαίου» είναι το αντίδοτο. Αυτό σημαίνει να επενδύουμε χρόνο και ενέργεια σε ουσιαστικές, μη συναλλακτικές ανθρώπινες σχέσεις: με την οικογένεια, τους φίλους, τους γείτονες, την τοπική κοινότητα. Η συμμετοχή σε τοπικές ομάδες, η οργάνωση μιας γειτονικής γιορτής, ή απλώς η προσφορά βοήθειας σε έναν φίλο χωρίς αντάλλαγμα, ενισχύουν την αίσθηση του ανήκειν και παρέχουν μια πηγή νοήματος και υποστήριξης που η αγορά εργασίας δεν μπορεί να προσφέρει.

Πρακτική συμβουλή 4: Διεξαγωγή του «προσωπικού ισολογισμού του εξετασμένου βίου»

Η φιλοσοφία δεν παρέχει έτοιμες απαντήσεις, αλλά τα σωστά εργαλεία για να θέσουμε τις δικές μας ερωτήσεις. Ο παρακάτω πίνακας είναι ένα τέτοιο εργαλείο. Είναι ένας «προσωπικός ισολογισμός» που σας καλεί να χαρτογραφήσετε τις θεμελιώδεις αξίες σας και να αξιολογήσετε κριτικά κατά πόσο η τρέχουσα κατανομή του χρόνου και της ενέργειάς σας ευθυγραμμίζεται με αυτές.

Πίνακας 1: Ο προσωπικός ισολογισμός του εξετασμένου βίου
Σκοπός: Αυτός ο πίνακας είναι ένα πρακτικό εργαλείο αυτο-στοχασμού, εμπνευσμένο από τη σωκρατική προτροπή «γνῶθι σαυτόν». Σας βοηθά να χαρτογραφήσετε τις θεμελιώδεις αξίες σας και να αξιολογήσετε πόσο η τρέχουσα ζωή σας, και ειδικά η εργασία σας, ευθυγραμμίζεται με αυτές.
Οδηγίες: Συμπληρώστε τις στήλες με ειλικρίνεια. Στην πρώτη στήλη, καταγράψτε αξίες που είναι σημαντικές για εσάς (π.χ., Δημιουργικότητα, Γνώση, Κοινωνική Προσφορά, Αυτονομία, Σχέσεις, Φύση).
Στήλες:
1. Πυρηνική Αξία
Παράδειγμα: Δημιουργικότητα
Παράδειγμα: Οικονομική ασφάλεια
Παράδειγμα: Σχέσεις
Παράδειγμα: Γνώση

Η ολοκλήρωση αυτού του πίνακα μπορεί να είναι μια αποκαλυπτική εμπειρία. Μπορεί να φέρει στην επιφάνεια μια σημαντική απόκλιση μεταξύ των αξιών που δηλώνουμε ότι έχουμε και της ζωής που στην πραγματικότητα ζούμε. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα. Δεν παρέχει μια εύκολη λύση, αλλά θέτει την ατζέντα για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν. Μετατρέπει τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη πληροφορίας σε ενεργό συμμετέχοντα στη φιλοσοφική διερεύνηση της δικής του ύπαρξης, επιτυγχάνοντας τον στόχο της πρακτικής χρησιμότητας και της βαθιάς, προσωπικής απήχησης.

Η ατομική προσπάθεια για την αναζήτηση νοήματος είναι απαραίτητη, αλλά όχι επαρκής. Η μετάβαση σε μια μετα-εργασιακή εποχή απαιτεί και ριζικές αλλαγές στις κοινωνικές και οικονομικές μας δομές. Χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να διαχειρίζεται την αφθονία που παράγει η τεχνολογία και να διασφαλίζει ότι τα οφέλη της κατανέμονται δίκαια, επιτρέποντας σε όλους να ζήσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια και σκοπό. Δύο κύριες προτάσεις κυριαρχούν σε αυτή τη συζήτηση: η «δυναμική συνταξιοδότηση» και το «καθολικό βασικό εισόδημα».

Η «δυναμική συνταξιοδότηση» (Retraite dynamique)

Αυτή η ιδέα που προτείνω σ΄αυτό το άρθρο είναι η αποσύνδεση της συνταξιοδότησης από τη βιολογική ηλικία και τη σύνδεσή της με έναν ορισμένο αριθμό ετών κοινωνικής συνεισφοράς. Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι παραμένουν νέοι και υγιείς για αόριστο χρονικό διάστημα, η έννοια της συνταξιοδότησης στα 65 ή 70 καθίσταται παράλογη. Ένα δυναμικό σύστημα θα επέτρεπε στα νεότερα άτομα να καλύψουν τις λίγες θέσεις εργασίας που εξακολουθούν να απαιτούν ανθρώπινη παρέμβαση. Μόλις συμπλήρωναν έναν προκαθορισμένο αριθμό ετών συνεισφοράς (ο οποίος θα μπορούσε να μειώνεται καθώς η αυτοματοποίηση αυξάνεται), θα «συνταξιοδοτούνταν» για να απολαύσουν την κοινωνία της αφθονίας, αφήνοντας τις θέσεις τους στην επόμενη γενιά. Αυτό το μοντέλο έχει το πλεονέκτημα ότι διατηρεί μια εκδοχή της αρχής της αμοιβαιότητας και της συνεισφοράς, που είναι βαθιά ριζωμένη σε πολλές κοινωνίες. Ωστόσο, αντιμετωπίζει την πρόκληση του πώς θα οριστεί η «συνεισφορά» σε έναν κόσμο όπου η παραδοσιακή εργασία είναι σπάνια. Θα μετρούσε μόνο η αμειβόμενη εργασία, ή και ο εθελοντισμός, η φροντίδα, η τέχνη και η εκπαίδευση;

Η μεγάλη συζήτηση για το καθολικό βασικό εισόδημα (UBI)

Η πιο ριζοσπαστική και ευρέως συζητημένη πρόταση είναι το καθολικό βασικό εισόδημα (Universal Basic Income – UBI): μια τακτική, άνευ όρων παροχή μετρητών σε κάθε πολίτη, επαρκής για την κάλυψη των βασικών αναγκών. Η συζήτηση γύρω από το UBI είναι έντονη και αποκαλύπτει βαθιές φιλοσοφικές διαφωνίες για τη φύση της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της κοινωνικής οργάνωσης.

Επιχειρήματα υπέρ (φιλοσοφικά): Οι υποστηρικτές του UBI το βλέπουν ως ένα ισχυρό εργαλείο απελευθέρωσης. Υποστηρίζουν ότι θεμελιώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αναγνωρίζοντας ότι κάθε άτομο έχει δικαίωμα στην ύπαρξη, ανεξάρτητα από την οικονομική του χρησιμότητα. Παρέχει ένα δίχτυ ασφαλείας που επιτρέπει στους ανθρώπους να λένε «όχι» σε εκμεταλλευτικές συνθήκες εργασίας, να επενδύουν στον εαυτό τους μέσω της εκπαίδευσης, να παίρνουν ρίσκα για να ξεκινήσουν νέες επιχειρήσεις, ή να αφιερώνουν τον χρόνο τους σε μη αμειβόμενες αλλά κοινωνικά πολύτιμες δραστηριότητες, όπως η φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων ή η καλλιτεχνική δημιουργία. Υπό αυτό το πρίσμα, το UBI δεν είναι απλώς ένα επίδομα, αλλά ένα «μέρισμα ελευθερίας» που επιτρέπει την πραγματική επιδίωξη της ευδαιμονίας.  

Επιχειρήματα κατά (φιλοσοφικά και πρακτικά): Οι επικριτές του UBI εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες. Μια βασική πρακτική ένσταση είναι το τεράστιο κόστος του. Φιλοσοφικά, η κριτική είναι πιο βαθιά. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, παρέχοντας ένα εισόδημα χωρίς την υποχρέωση της συνεισφοράς, το UBI διαβρώνει την ηθική της εργασίας και της αμοιβαιότητας. Ο φιλόσοφος John Rawls, για παράδειγμα, εξέφρασε την αντίθεσή του στην ιδέα ότι η κοινωνία πρέπει να χρηματοδοτεί «εκείνους που σερφάρουν όλη μέρα στο Μαλιμπού». Μια άλλη, πιο αριστερή κριτική, είναι ότι το UBI, αντί να απελευθερώνει τους εργαζόμενους, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός που παγιώνει την επισφάλεια (precarity). Θα μπορούσε να γίνει μια επιδότηση για τους εργοδότες που πληρώνουν χαμηλούς μισθούς, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν να προσφέρουν κακές συνθήκες εργασίας, καθώς οι εργαζόμενοι θα έχουν το βασικό τους εισόδημα για να επιβιώσουν. Τέλος, το UBI από μόνο του δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες, δομικές αιτίες της φτώχειας και της ανισότητας, όπως η έλλειψη πρόσβασης σε ποιοτική υγεία, εκπαίδευση και στέγαση.  

Η επιλογή μεταξύ αυτών των μοντέλων —ή η σύνθεση ενός νέου— θα είναι μια από τις κεντρικές πολιτικές και φιλοσοφικές προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Η διπλή επανάσταση της βιολογικής αθανασίας και του καθολικού αυτοματισμού μας φέρνει στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Η ιστορία της ανθρωπότητας, μέχρι σήμερα, ήταν η ιστορία του αγώνα ενάντια στη σπατάλη και τη φθορά. Η εργασία ήταν το κύριο όπλο μας σε αυτόν τον αγώνα. Τώρα, καθώς η τεχνολογία υπόσχεται να νικήσει και τους δύο αυτούς αρχαίους εχθρούς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια θεμελιώδη επιλογή.

Η μία οδός οδηγεί σε μια δυστοπία. Μια κοινωνία αθανάτων αλλά αχρήστων ατόμων, αποξενωμένων το ένα από το άλλο, βυθισμένων στην παθητική κατανάλωση και τον ψηφιακό πόθο για απόδραση από την πραγματικότητα, ενώ μια μικρή ελίτ ιδιοκτητών της τεχνολογίας απολαμβάνει τα οφέλη της αφθονίας. Μια κοινωνία όπου η απελευθέρωση από τον μόχθο μεταφράζεται σε απώλεια νοήματος, οδηγώντας σε μια κατάσταση που ο Nietzsche θα αποκαλούσε «τον τελευταίο άνθρωπο» — έναν άνθρωπο χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς πάθος, που αναζητά μόνο την άνεση και την ασφάλεια.

Η άλλη οδός οδηγεί σε μια πιθανή ουτοπία, ή τουλάχιστον σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία. Μια κοινωνία όπου η ανθρωπότητα, απελευθερωμένη για πρώτη φορά στην ιστορία της από τον καταναγκασμό της επιβίωσης, μπορεί να ασχοληθεί συλλογικά και ατομικά με το ερώτημα που έθεσαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι: τι σημαίνει να ζεις καλά; Μια νέα “Αναγέννηση“, όπου η τέχνη, η επιστήμη, η φιλοσοφία, οι ανθρώπινες σχέσεις και η εξερεύνηση του σύμπαντος και του εαυτού μας γίνονται οι κεντρικές δραστηριότητες της ζωής.

Η τεχνολογία δεν προκαθορίζει το μέλλον. Απλώς διευρύνει το πεδίο των δυνατοτήτων μας. Η επιλογή μεταξύ της δυστοπίας και της ουτοπίας είναι μια επιλογή πολιτική, ηθική και, τελικά, φιλοσοφική. Μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε το πιο θεμελιώδες ερώτημα από όλα, ένα ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το φιλοσοφικό εγχείρημα: Η εργασία, όπως τη γνωρίσαμε, ήταν απλώς μια μακρά, ιστορική παράκαμψη από την πραγματική αποστολή της ανθρωπότητας: την αναζήτηση νοήματος σε ένα σύμπαν που δεν προσφέρει κανένα; Είναι το τέλος της εργασίας, τελικά, η αληθινή αρχή της φιλοσοφίας για όλους;

© Yannis Koukakis, Paris – 2024


Βιβλιογραφία – Πηγές

Transhumanism

A World without Work

Le travail automatisé : les travailleurs contre les robots ? – Encyclopédie d’histoire numérique de l’Europe

University of Oxford – Publications : Transhumanism)

The future of humanism, from Toni Morrison to Nick Bostrom

The Meaning of Life

The Transhumanist – Nick Bostrom

Post-work: the radical idea of a world without jobs

Philosophical Approaches to Work and Labor – Stanford Encyclopedia of Philosophy

Crise du travail ou crise de sens ?

Le manque de sens au travail : causes profondes, impacts et leviers de transformation

Work in the Post Industrial World

L’effet de l’automatisation sur l’emploi : ce qu’on sait et ce qu’on ignore

Travail et automatisation des services. La fin des caissières ?

The Meaning of Life in a World Without Work

The Psychological Effects of Automation: Job security and Mental Health

“I’m stressed!”: The work effect of process innovation on mental health – PMC

Why We Shouldn’t Wish Work Away

Finding Meaning and Purpose in Life: A Philosophical Perspective | by Edward Reid

Philosophical Reflections on the Idea of a Universal Basic Income …

A justification of basic income beyond a theory of justice

Universal Basic Income (UBI) | Pros, Cons, Debate, Arguments …

Avenirs et enjeux de l’automatisation et du travail numérique en lnde1 – Graduate Institute of International and Development Studies

The Political Theory of Universal Basic Income

The Psychology of Automation and Artificial Intelligence at Work: Exploring Four Fantasies and Their Leadership Implications

The impact of artificial intelligence on consumers’ identity and human skills

Meaning of Life, The: Early Continental and Analytic Perspectives


automatisation crise existentielle futur du travail immortalité intelligence artificielle pensée critique philosophie sens de la vie société post-travail sociologie technologie transhumanisme Αθανασία αυτοματοποίηση κοινωνία μετά την εργασία κοινωνιολογία κριτική σκέψη μέλλον της εργασίας μετανθρωπισμός νόημα ζωής τεχνητή νοημοσύνη τεχνολογία υπαρξιακή κρίση φιλοσοφία


Προηγούμενη Επόμενη

keyboard_arrow_up